ἀκόνη

ἀκόνη
Grammatical information: f.
Meaning: `whetstone' (Pi.).
Derivatives: ἀκόνιον name of a medicine for the eye (Dsc.), ἀκονίας fish name (Numen. ap. Ath. 17, 326a).
Origin: IE [Indo-European] [18] *h₂eḱ-
Etymology: Formation in -όνη like περόνη, βελόνη etc. (Chantr. Form. 207) with ἀκ- as in ἀκή, ἀκμή etc. For the n-Suffix cf. ἄκων.
Page in Frisk: 1,55

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ακόνη — ακόνη, η και ακόνι, το εργαλείο που χρησιμεύει για την αποκατάσταση της κοπτικής ικανότητας μαχαιριών, ψαλιδιών κτλ.: Περνώ τα μαχαίρια στο ακόνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκόνη — whetstone fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀ̱κόνη , ἀκονάω sharpen imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀκονάω sharpen pres imperat act 2nd sg (doric) ἀ̱κόνη , ἀκονάω sharpen imperf ind act 3rd sg (epic doric ionic aeolic) ἀκονάω sharpen pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόνῃ — ἀκόνη whetstone fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακόνη — η (Α ἀκόνη) εργαλείο που χρησιμοποιείται για να ακονιστούν μαχαίρια, ψαλίδια κ.ά. κοφτερά εργαλεία, δηλαδή για να ξαναγίνει η κόψη τους κοφτερή αρχ. μεταφορικές χρήσεις «δόξαν ἔχω ἀκόνας λιγυρᾱς ἐπὶ γλώσσᾳ», παρακινούμαι να λέω (Πίνδ. Ολ. 6, 82)… …   Dictionary of Greek

  • ἀκόναι — ἀκόνη whetstone fem nom/voc pl ἀκόνᾱͅ , ἀκόνη whetstone fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκονᾶν — ἀκόνη whetstone fem gen pl (doric aeolic) ἀκονάω sharpen pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀκονάω sharpen pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀκονάω sharpen pres part act masc nom sg (doric aeolic) ἀκονᾶ̱ν , ἀκονάω sharpen… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκονῶν — ἀκόνη whetstone fem gen pl ἀκονάω sharpen pres part act masc voc sg ἀκονάω sharpen pres part act neut nom/voc/acc sg ἀκονάω sharpen pres part act masc nom sg (attic epic ionic) ἀκονάω sharpen pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόναις — ἀκόνη whetstone fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόνην — ἀκόνη whetstone fem acc sg (attic epic ionic) ἀ̱κόνην , ἀκονάω sharpen imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀ̱κόνην , ἀκονάω sharpen imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀκονάω sharpen imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀκονάω sharpen …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόνης — ἀκόνη whetstone fem gen sg (attic epic ionic) ἀ̱κόνης , ἀκονάω sharpen imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀ̱κόνης , ἀκονάω sharpen imperf ind act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀ̱κόνης , ἀκονάω sharpen imperf ind act 2nd sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακόνι — το η ακόνη* παροιμ. «τα χωρατά είναι ακόνι τού καβγά», πολλές φορές τα αστεία καταλήγουν σε καβγά «βγάζει ή τρώει απ τ ακόνια», εργάζεται έντιμα και αποδοτικά «έχει γλώσσα ακόνι» (βλ. ακόνη). [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ἀκόνιον*, υποκορ. τού αρχ. ουσ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.